Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Tornado n' Volcano || Κεφάλαιο 3 - Πρώτη[;] συνάντηση

'Μπαμπά;' ήταν το μόνο που κατάφερε να πει καθώς εικόνες από τα παιδικά της χρόνια χόρευαν μέσα στο μυαλό της. Εικόνες απ' όταν η οικογένεια της ήταν ενωμένη και αγαπημένη ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Γνωρίζοντας τους γονείς της, όλα αυτά τα χρόνια θα μπορούσαν να ήταν απλά ένα ψέμα, θέατρο για τα μάτια της πολυαγαπημένης τους κορούλας. Ακόμα θυμάται το πρώτο καβγά που είχε ακούσει πριν από κάτι χρόνια. Ο πατέρας της είχε μόλις γυρίσει από ένα επαγγελματικό ταξίδι και ετοιμαζόταν να βγουν για να γιορτάσουν την επιστροφή του.


Καλοκαίρι 2007, Upper East Side

“Δεσποινίς Blair, τελειώνεται. Οι γονείς σας σας περιμένουν.”, είπε η Dorota.

“Μισό λεπτό, Dorota. Η επιλογή της κορδέλας δεν είναι παιχνίδι.”, είπε η Blair φωνάζοντας από το δωμάτιο της.

“Μα όποια και να φορέσετε θα είστε πανέμορφη.”, είπε η Dorota.

“Το ξέρω αλλά σήμερα είναι μια ειδική μέρα.”, είπε η Blair ενώ έψαχνε να βρει μια κορδέλα που θα ταίριαζε με το φόρεμά της. Ήταν ένα φόρεμα βγαλμένο από αυτές τις ταινίες που τόσο λάτρευε η Blair. Άσπρο, αμάνικο με κεντημένα στο χέρι, μικρά και μεγάλα, λουλούδια που πρόσθεταν μια αίσθηση φινέτσας, μαζεμένη μέση που αναδείκνυε το σώμα της και σχημάτιζε μια μακριά φούστα. Απλό, λιτό και όμορφο όπως ταίριαζε με την περίσταση. Σήμερα είχε επιστρέψει ο πατέρας της από ένα επαγγελματικό ταξίδι και θα έβγαιναν να το γιορτάσουν οικογενειακώς. Της είχε λείψει τόσο πολύ. Είκοσι μέρες ήταν πάρα πολλές για ένα κορίτσι του μπαμπά όπως η Blair. Συνέχιζε να ψάχνει για λίγο ακόμα ώσπου βρήκε την κατάλληλη κορδέλα. Ήταν μια απλή άσπρη στέκα με μια μικρή ροζ παιώνια στην δεξιά της πλευρά. Πόσο λάτρευε της παιώνιες! Τη φόρεσε, κοιτάχτηκε μια τελευταία φορά στο καθρέφτη και βγήκε από το δωμάτιό της. Η Dorota την περίμενε απ’ έξω για να την συνοδεύσει ως τη τραπεζαρία. Όταν είδε την Blair, ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της,

“Oh δεσποινίς Blair! Είστε πραγματικά πολύ όμορφη... σαν να έχετε βγει από παραμύθι.”

“Υπερβολές.”, είπε η Blair χαμογελώντας.

“Καθόλου. Θα κλέψετε πολλές καρδιές στο μέλλον.”, είπε η Dorota προσπαθώντας να μην την πάρουν τα κλάματα  Το κοριτσάκι της μεγάλωνε και πριν το καταλάβει θα βρισκόταν παντρεμένη με παιδιά.

“Δεν θέλω να κλέψω πολλές καρδιές, μόνο μία. Μία που να είναι ακριβώς σαν του πατέρα μου.”, είπε η Blair και έδωσε μια μεγάλη αγκαλιά στην νταντά της. Από μικρή ονειρευόταν να βρει το γαλάζιο της πρίγκιπα  Έναν πρίγκιπα που θα ήταν ακριβώς όπως ο πατέρας της. Ευγενικός, κύριος, κομψός και πάνω απ’ όλα να την αγαπάει όπως ο πατέρας της αγαπούσε τη μητέρα της. ‘Να έχει μάτια μόνο για μένα.’, σκέφτηκε καθώς κατέβαιναν την σκάλα για να πάνε στην τραπεζαρία που περίμεναν οι γονείς της.


Τα βογκητά και οι φωνές την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Αηδία. Αυτό ήταν που ένιωθε τώρα. Αηδία, θυμό, απογοήτευση. Και από εκείνη τη στιγμή, ορκίστηκε να μην εμπιστευτεί ποτέ ξανά κανέναν άνδρα. Ειδικά όσους έμοιαζαν με αυτόν. Πως το είχε πει; Ευγενικός, κύριος, κομψός. Στο βάθος άκουσε γυναικείες φωνές και γέλια μαζί με μια φωνή που την φώναζε. Η Dorota και τα τσιράκια της. Τους είχε ξεχάσει τελείως.

“Μπορείς να το κάνεις αυτό, Blair. Δεν είσαι κανένα αδύναμο κοριτσάκι.”, είπε στον εαυτό της σκουπίζοντας τα δάκρυα της και μαζεύοντας τα κομμάτια της. Θα ασχοληθεί με αυτό αργότερα. Κατέβηκε στην τραπεζαρία και είπε,

“Τσιράκια, η συνεδρίαση ξεκίνησε.”.



Rio de Janeiro, Brazil

“Λες;”, είπε ο Nate κοιτάζοντας τον Chuck.

“Να είσαι σίγουρος, φίλε. Μετά από το μήνυμα που του έστειλα, θα έγινε έξω φρενών και... ”

“...σου ακύρωσε τις κάρτες.”, συμπλήρωσε ο Nate.

“Ακριβώς. Ο τύπος δεν έχει μάθει να χάνει και ξέρει ότι χωρίς λεφτά, θα αναγκαστώ να γυρίσω πίσω.”, είπε ο Chuck χτυπώντας το τραπέζι με το χέρι του.

“Να γυρίσεις πίσω; Που πήγε ο τσαμπουκάς που είχες πριν;”, είπε ο Nate σηκώνοντας το δεξί του φρύδι.

“Έχεις συνειδητοποιήσει ότι τα μόνα χρήματα που έχω πάνω μου αυτή τη στιγμή είναι δύο δολάρια ξεχασμένα από χθες, έτσι;”, ρώτησε ο Chuck προφέροντας την κάθε λέξη αργά και καθαρά για να μην εκραγεί σαν ηφαίστειο που βράζει εδώ και χρόνια.

“Διόρθωση, ρεάλ.”, είπε ο Nate γελώντας.

“Nate, με δουλεύεις;”, είπε ο Chuck εκνευρισμένα.

“Εσύ τι λες; Κάθεσαι και σκας επειδή ο μπαμπάκας σε άφησε άφραγκο. Εγώ γιατί είμαι εδώ;”, απάντησε ο Nate με πιο σοβαρό ύφος.

“Τι προτείνεις δηλαδή; Να συνεχίσω τις διακοπές μου εις βάρος σου; Αποκλείεται.”, είπε ο Chuck.

“Αυτό ακριβώς. Οι φίλοι δεν είναι μόνο για εξόδους και βλακείες. Πως το είχαμε πει; Στα εύκολα και στα δύσκολα μαζί.”, είπε ο Nate χτυπώντας ελαφρά την πλάτη του κολλητού του.

“Ναι, μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος.”, είπε ο Chuck σαρκαστικά αφήνοντας σιγά-σιγά τον θυμό του στον παρελθόν.

“Σαρκασμός ήταν αυτός, Chuck Bass; Επιτέλους επέστρεψε ο κολλητός μου.”, είπε ο Nate χαλαρώνοντας πίσω στην καρέκλα του. Μετά από λίγο συμπλήρωσε, “Εξάλλου, ο παππούς μου είναι αρκετά γενναιόδωρος στο θέμα των χρημάτων. Μόλις γυρίσουμε, είμαι σίγουρος ότι θα μου συμπληρώσει το ποσό που θα ξοδέψουμε αμέσως.”. Ο Nate εδώ και εφτά χρόνια μένει με τον παππού του, William Van Der Bilt. Ασχολιόταν κυρίως με την πολιτική και γενικά ήταν ένα σοβαρό και αυταρχικό άτομο. Ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του και αν του έφερνες αντίρρηση θα προσπαθούσε να σου αλλάξει γνώμη με κάθε τρόπο, χωρίς να πηγαίνει στα άκρα. Οι μέθοδοί του ήταν πάντα πιο καλοπροαίρετοι σε σχέση με τον Bart και ο Nate ήξερε ότι το έκανε επειδή ανησυχούσε για το μέλλον του μιας και δεν θα ζούσε για πάντα για να τον συντηρεί. Οι γονείς του, Howard και Anne Archibald, ήταν πολύ αγαπημένοι μεταξύ τους. Ένα από τα πιο ερωτευμένα και καλοσυνάτα παντρεμένα ζευγάρια του Upper East Side. Δυστυχώς, όμως, το καλοκαίρι του 2005 σκοτώθηκαν σε ένα τραγικό δυστύχημα, αφήνοντας τον Nate ορφανό και μόνο. Από τότε τον ανάλαβε ο παππούς του, που ήταν σχετικά νέος ακόμα. Ο χαμός της κόρης του τον ταρακούνησε αρκετά, τόσο που ενώ στους άλλους ήταν ο σκληρός και κάπως αδίσταχτος William με τον Nate ήταν άλλος άνθρωπος. Ήταν ο παππούς του και όχι ο πολιτικός που όλοι γνώριζαν. Πάντα φρόντιζε να μην του λείπει τίποτα, γι’ αυτό πάντα στο θέμα των χρημάτων το παράκανε. Τον πήγε στα καλύτερα σχολεία και το όνειρο του ήταν να τον δει να διαπρέπει στο κόσμο των επιχειρήσεων ή και γιατί όχι της πολιτικής. Τα νέα ότι δεν θα πήγαινε αμέσως πανεπιστήμιο ήταν λόγος για να έρθουν σε κόντρα αλλά ο Nate τον έπεισε με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο ότι χρειαζόταν εμπειρίες πριν ξεκινήσει την φοιτητική του ζωή. Ακόμα αναρωτιέται πως τον κατάφερε. Κάπως έτσι έφτασαν ως εδώ. Εκείνος ήθελε εμπειρίες και ο Chuck να πάει κόντρα στον τύραννο που είχε για πατέρα.

“Δεν ξέρω ρε συ Nate.”, είπε ο Chuck σκεπτικός. Δεν θα ένιωθε άνετα να απολαμβάνει τις διακοπές του με τα χρήματα του κολλητού του.

“Θα σου πω κάτι άλλα μην με διακόψει πριν τελειώσω.”, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε, “Θυμάσαι την ημέρα που σκοτώθηκαν οι γονείς μου;”, ρώτησε ο Nate και ο Chuck έγνεψε καταφατικά. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτή τη μέρα και το γεμάτο με δάκρυα και φόβο παιδικό προσωπάκι του κολλητού του.

“Ήταν προς το τέλος του καλοκαιριού... 19 Αυγούστου...”, σταμάτησε να πάρει άλλη μια βαθιά ανάσα και συνέχισε, “...με φιλοξενούσατε όπως κάθε φορά που οι γονείς μου έλειπαν σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι...”, ένα δάκρυ άρχιζε σιγά-σιγά να κυλάει και ο Nate το σκούπισε αμέσως.

“Nathaniel…”, είπε ο Chuck θέλοντας να πει στον Nate ότι ήξερε τι ήθελε να πει και δεν χρειαζόταν να φέρει στην επιφάνεια όλες αυτές τις πονεμένες αναμνήσεις αλλά ο Nate τον διέκοψε,

“Όχι, άσε με να τελειώσω.”

“Όπως θέλεις.”

“Αυτή τη μέρα λοιπόν, ήσουν τόσο χαρούμενος. Πράγμα σπάνιο για σένα.”, χαμογέλασαν και οι δύο στην ανάμνηση αυτή. “Ήταν η μέρα του μεγάλου πάρτι του Upper East Side για το τέλος του καλοκαιριού. Ετοιμαστήκαμε και περιμέναμε με αγωνία τον πατέρα σου να έρθει να μας πάρει να πάμε. Λίγο αργότερα, ήρθε και μας είπε τα δυσάρεστα.”. Καθώς γυρνούσαν με το ιδιωτικό τους αεροπλάνο, κάτι συνέβει και εξεράγει στον αέρα σκοτώνοντας έτσι τους γονείς του Nate και τον πιλότο. Η αιτία ήταν μέχρι τώρα άγνωστη. “Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.”. Ήταν μόλις δώδεκα χρονών και ο μόνος κοντινός συγγενής του ήταν ο παππούς του που πριν το τραγικό γεγονός δεν είχαν καλές σχέσεις. “Και φυσικά χάσαμε το πάρτι που τόσο ήθελες να πας.”

“Δεν μου ζήτησες ποτέ συγνώμη γι’ αυτό ενώ θα έπρεπε.”, είπε ο Chuck θέλοντας να ελαφρύνει το κλίμα. Το τελευταίο που τον ενδιέφερε τότε ήταν η γιορτή. Η φιλία πάντα ερχόταν πρώτη. Ο Nate γέλασε πικρά και συνέχισε,

“Την επόμενη μέρα στην κηδεία, καθώς έλεγα αντίο στους γονείς μου, ήρθες δίπλα μου, με έπιασες από τους ώμους και μου είπες, ‘Δεν είσαι μόνος. Πάντα θα είμαι εδώ για σένα, για ότι χρειαστείς.’”

“Το εννοούσα και ξέρεις ότι συνεχίζει να ισχύει”, είπε ο Chuck.

“Το ξέρω. Με έχεις βοηθήσει αρκετά όλα αυτά τα χρόνια, τι σου κοστίζει να σου κάνω δώρο τις διακοπές σου;”, ρώτησε ο Nate. Ο Chuck το σκέφτηκε λίγο και απάντησε,

“Οκ! Με έπεισες αλλά μόλις ξεκαθαρίσω με τον πατέρα μου, θα σου δώσω τα μισά απ’ όσα ξοδέψεις.”

“Όπως θέλεις.”, είπε ο Nate και στριφογύρισε τα μάτια του. Ο φίλος του ήταν τόσο πεισματάρης όσο και ένας γάιδαρος. Μετά από λίγη ώρα, ο Chuck κοίταξε το ρολόι του και είπε,

“Δεν πάμε για το ποτάκι που λέγαμε γιατί λίγο ακόμα και θα κάνουμε σα κοριτσάκια με τόσο συναισθηματισμό.”

“Και δεν πάμε.”, είπε ο Nate και ξεκίνησαν να βρουν κάποιο μπαράκι. Απόψε η νύχτα θα ήταν μεγάλη. Απόψε θα γιόρταζαν τη φιλία τους.



Upper East Side, Manhattan

“Δεσποινίς Blair, είστε καλά;”, είπε η Dorota ανήσυχη. Τα τσιράκια είχαν φύγει πριν από περίπου μια ώρα και από τότε η Blair ήταν ξαπλωμένη στο μεγάλο καναπέ της τραπεζαρίας χωρίς να μιλάει, με ένα βλέμμα κενό λες και το μυαλό της ταξίδευε αλλού. Η Dorota φοβόταν πολύ για το κοριτσάκι της. Το τελευταίο καιρό ήταν σχεδόν πάντα άκεφη, δεν έτρωγε σωστά και δεν έβγαινε να διασκεδάσει σαν τις άλλες κοπέλες τις ηλικίας της. Είχε μιλήσει αρκετές φορές στην κυρία Eleanor, μητέρα της Blair, αλλά το μόνο που της έλεγε κάθε φορά ήταν ότι έφταιγε η εφηβεία και μετά έστρεφε την προσοχή της στα σκίτσα για την νέα της κολεξιόν. Ήταν σχεδιάστρια μόδας, παγκοσμίου φήμης, και τα τελευταία χρόνια αφιέρωνε όλη της την προσοχή στον οίκο μόδας που φέρει τον όνομα της, Eleanor Waldorf Designs. Δούλευε ασταμάτητα όλη μέρα και δεν ήταν λίγες οι φορές που το πρώτο πρωινό φως του ήλιου την έβρισκε καθισμένη στο γραφείο σχεδιάζοντας. Είχε προσπαθήσει αρκετές φορές, επίσης, να μιλήσει στον πατέρα της Blair, Harold, αλλά όταν πήγαινε να το συζητήσει με την κόρη του, εκείνη φορούσε το πιο φωτεινό της χαμόγελο και έτσι κατάφερνε να τον ξεγελάσει. Η Dorota όμως ήξερε καλύτερα. Το χαμόγελο αυτό ποτέ δεν έφτανε στα μάτια της, ήταν απλά μια μάσκα που όταν ο πατέρας της γύριζε την πλάτη του, το λαμπερό της χαμόγελο χανόταν ακριβώς όπως ο ήλιος εξαφανίζεται πίσω από τα σύννεφα. Στο πίσω μέρος του μυαλού της, ήξερε το λόγο για την έλλειψη χαράς και ζωντάνιας της Blair αλλά δεν άφηνε τον εαυτό της να σκέφτεται τέτοια πράγματα για την οικογένεια που της έχει δώσει τόσα πολλά.


“Ποιος σου είπε κάτι τέτοιο, καλή μου;”

“Το μόνο που έχει σημασία είναι να μου πεις αν είναι αλήθεια. Το ποιος μου το είπε δεν σε ενδιαφέρει.”

Η Blair και η Dorota ήταν ένα βήμα πριν κατέβουν την σκάλα που οδηγούσε στην τραπεζαρία όταν άκουσαν τους γονείς της να μιλάνε έντονα. Η Blair ποτέ δεν είχε ξανακούσει τους γονείς της να μαλώνουν. Ήταν πάντα τόσο αγαπημένοι... το τέλειο ζευγάρι στα μάτια της μικρής Blair, οπότε αυτό που άκουγε τώρα την έκανε να παγώσει στην θέση της. Η Dorota προσπάθησε να την πάρει από εκεί, να πάνε πάλι στο δωμάτιο της αλλά δεν κουνούσε, ήθελε να μάθει το λόγο για την ένταση που υπήρχε ανάμεσα στον πατέρα και τη μητέρα της.

“Και όμως με ενδιαφέρει. Αυτός που το έκανε δεν είχε κανένα δικαίωμα.”

“Είναι αλήθεια ή όχι, Harold;”

“Είναι.”, ‘Τι είναι αλήθεια; Τι μπορεί να έκανε ο πατέρας μου;’, σκέφτηκε η Blair. Κάτι ασήμαντο υπέθεσε. Η μητέρα της απλά υπερέβαλε όπως πάντα. Ησυχία επικράτησε μετά την απάντηση του πατέρα της και έτσι κατέβηκαν με την Dorota παριστάνοντας ότι δεν είχαν ακούσει ούτε λέξη.

“Μπαμπάκα!”, είπε η Blair και έτρεξε στην αγκαλιά του πατέρα της. Εκείνος γονάτισε και αγκάλιασε την κόρη του με όλη του τη δύναμη.

“Κοριτσάκι μου! Πόσο μου έλειψες!”

“Όχι όσο εμένα. Τον τελευταίο καιρό λείπεις συνέχεια και δεν προλαβαίνω να σε χορτάσω.”, είπε η Blair και έδωσε ένα μεγάλο φιλί στον πατέρα της.

“Έχεις δίκιο, σχεδόν ποτέ δεν είμαι εδώ. Σου υπόσχομαι ότι δεν θα ξανασυμβεί.”, υποσχέθηκε ο πατέρας της κοιτώντας την μητέρα της σαν η υπόσχεση που μόλις έδωσε να ήταν σε εκείνη.

“Αλήθεια; Και η δουλειά σου;”, ρώτησε η Blair. Ο  Harold ήταν δικηγόρος και χειριζόταν τα νομικά θέματα του οίκου. Κάθε δύο με τρεις εβδομάδες πήγαινε στην Γαλλία για να ελέγχει την κατασκευή του νέου παραρτήματος του Eleanor Waldorf Designs.

“Το νέο μας παράρτημα είναι σχεδόν έτοιμο και έτσι δεν χρειάζεται να πηγαίνω συνέχεια. Όταν θα είναι έτοιμο θα πάμε οικογενειακώς για τα εγκαίνια.”, εξήγησε ο Harold.

“Τέλεια!”, είπε η Blair και έδωσε άλλο ένα μεγάλο φιλί στον πατέρα της.

“Λοιπόν, πάμε; Πεθαίνω της πείνας.”, είπε η μητέρα της. Ο Harold σηκώθηκε, κοίταξε τη σύζυγο του στα μάτια και προσποιώντας ότι δεν άκουσε αυτό που μόλις είχε πει είπε,

“Εσύ τι έχεις να πεις; Δεν χαίρεσαι που δεν θα φεύγω πλέον;”

“Χαίρομαι... για την κόρη μας. Δυστυχώς σε λατρεύει.”, είπε η Eleanor και γέλασε με το ζόρι.

“Άντε λοιπόν! Πάμε.”, είπε η Blair και ξεκίνησαν για το δείπνο τους.


‘Απίστευτο! Αυτή η ιστορία παίζεται εδώ και έξι χρόνια και η μητέρα μου τα ξέρει όλα.’, σκέφτηκε η Blair. Η μητέρα της ήξερε ότι την απατούσε. Το ήξερε! Και πάντα τον συγχωρούσε, πάντα πίστευε στις υποσχέσεις που μετά από λίγο αθετούσε. Εκείνη τη στιγμή ήχησαν στα αυτιά της τα λόγια της μητέρας της, τρεις λεξούλες που έλεγε σε κάθε καβγά τους, ‘...για την Blair.’. Τότε επιβεβαίωσε την σκέψη της ότι το θέατρο του αγαπημένου ζευγαριού συνεχιζόταν για εκείνη, για να μην χαλάσει ο τέλειος κόσμος της. Τελικά ίσως, ίσως, η μητέρα της να την αγαπούσε. Τι έπρεπε να κάνει τώρα; Να σωπάσει και να συνεχιστεί το θέατρο ή να μιλήσει και να τελειώσουν όλα τώρα που η Blair γνώριζε; Η φωνή της Dorota την έβγαλε από τις σκέψεις της.

“Ναι.”, είπε η Blair και συνέχισε ξέροντας ότι η νταντά της δεν θα συμβιβαζόταν με ένα ξερό ‘ναι’, “Απλά είμαι λίγο ζαλισμένη από την φλυαρία των κοριτσιών.”. Ψέμματα.

“Σίγουρα;”

“Σίγουρα. Πήγαινε τώρα να ετοιμάσεις μερικά σνάκς γιατί όπου να ‘ναι θα έρθει η Serena.”, είπε η Blair.

“Μάλιστα.”, είπε η Dorota και έφυγε. H Blair χάθηκε για άλλη μια φορά στις σκέψεις της. Όταν θα έφευγε η Serena, θα έπαιρνε την απόφασή της, μέχρι τότε θα έπρεπε να φοράει τη μάσκα της και να προσποιείται ότι όλα ήταν μια χαρά. Χα! Είχε γίνει τόσο καλή σε αυτό που σε λίγο θα το πίστευε και η ίδια.


*Μια ώρα αργότερα*

“Είσαι σίγουρη;”, είπε η Serena. Λίγα λεπτά αργότερα, αφότου η Dorota πήγε να ετοιμάσει τα σνάκς, ήρθε η Serena. Βοήθησαν την Dorota με τις ετοιμασίες και τώρα βρισκόταν στο δωμάτιο της Blair για να πει η Serena τις λεπτομέρειες του ραντεβού της.

“Για εκατοστή φορά, ναι! Ξεκίνα πριν το μετανιώσω.”, είπε στην πλάκα η Blair.

“Οκ αλλά μην μιλήσεις πριν να ακούσεις όλη την ιστορία, εντάξει;”

“Θα προσπαθήσω.”, είπε η Blair και έπιασε να φάει ένα ψωμάκι με ζαμπόν και τυρί.

“Από που να αρχίσω;”

“Απ’ την αρχή μήπως;”

“Blair!”

“Καλά σταματάω.”

“Καθόμουν στο καθιστικό και διάβαζα ένα περιοδικό μόδας ώσπου...”


“Είναι όλα όπως τα είπαμε; Δεν θέλω εκπλήξεις την τελευταία στιγμή.”, είπε κάποιος μπαίνοντας στο καθιστικό.

‘Όχι πάλι.’, σκέφτηκε η Serena χτυπώντας ελαφρά το κούτελο της με το χέρι της. Η μητέρας της, Lily, διοργάνωνε ακόμα ένα πάρτι  Τα τελευταία χρόνια είχε γίνει το χόμπι της. Κάθε εβδομάδα και συγκεκριμένα κάθε Σάββατο, άνοιγε το σπίτι της και καλωσόριζε όλο το Upper East Side. Εκείνη έλεγε ότι το έκανε επειδή είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο, είχε την τύχη να είναι η κόρη μιας δισεκατομμυριούχου και η λέξη δουλειά δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο της, και έπρεπε να ασχολείται με κάτι αλλιώς θα τρελαινόταν αλλά η Serena πίστευε ότι το έκανε για να δείχνει σε όλους τι καλή οικοδέσποινα είναι και φυσικά, ήθελε όλοι να μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για τους Van Der Woodsen. Ήταν καλή μητέρα αλλά ανησυχούσε πολύ για το τι θα που οι άλλοι, πράγμα που εκνεύριζε την Serena και ιδιαίτερα τον μικρό αδερφό της, Eric, γιατί δεν μπορούσαν  να ζήσουν την ζωή τους όπως ήθελαν.

Η Serena ήταν κοινωνικό άτομο. Της άρεσε να βγαίνει έξω τα βράδια και η αδυναμία της ήταν τα πάρτι. Το να είσαι, όμως, μέρος της ελίτ του Upper East Side έχει τα ελαττώματα του. Κάθε φορά που έβγαινε την κυνηγούσαν οι παπαράτσι με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να είναι εξώφυλλο σε όλα τα κουτσομπολίστικα περιοδικά. Έτσι η Lily της επέτρεπε να βγαίνει μόνο Παρασκευές. Αν ήθελε να βγει οποιαδήποτε άλλη μέρα, θα έπρεπε να μένει μακριά από κλαμπ, πάρτι και θα έπρεπε να είναι σπίτι στις 10.

Ο αδερφός της, από την άλλη, ήταν σε υπερβολικό βαθμό εσωστρεφής. Προτιμούσε να μένει στο σπίτι με τον υπολογιστή και τα βιβλία του με μόνη έξοδο το σχολείο. Που είναι το πρόβλημα; Η Lily φοβόταν για το τί θα έλεγε ο κόσμος για τον Eric που δεν συμπεριφερόταν σαν τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Σε λίγους μήνες έκλεινε τα δεκαπέντε και δεν είχε πάει ποτέ του να δει μια ταινία στο σινεμά. Ο μοναδικός του φίλος ήταν ο υπολογιστής του. Μάλωναν αρκετά συχνά επειδή η Lily επέμενε να αφήσει λίγο τον εικονικό κόσμο και να βγει στον πραγματικό. H Serena κατά βάθος τον καταλάβαινε. Δεν είχε μεγάλη αυτοεκτίμηση και αυτό τον έκανε στόχο για πειράγματα κλείνοντας τον έτσι ακόμα περισσότερο στον εαυτό του. Η κατάσταση του χειροτέρεψε όταν άρχισαν τα προβλήματα στη σχέση των γονιών τους πριν από περίπου έναν χρόνο. Ο πατέρας τους, William, επέστρεφε στο σπίτι μόνο για φαγητό και ύπνο. Ήταν ένα βήμα πριν το διαζύγιο αλλά μη θέλοντας η Lily να γίνει το διαζύγιο της θέμα για συζήτηση, βρήκαν αυτή τη μέση λύση με δικαιολογία την δουλειά του. Ήταν γιατρός οπότε το να λείπει αρκετές ώρες από το σπίτι ήταν φυσικό.


“Συγνώμη λίγο αλλά ισχύει για το Σάββατο, έτσι;”, είπε ανήσυχη η Blair. Χρειαζόταν αυτή τη έξοδο με την κολλητή της περισσότερο από ποτέ.

“Blair, το πάρτι είναι το απόγευμα, το πρωί είμαι ελεύθερη. Μπορώ να συνεχίσω τώρα;”, ρώτησε η Serena.

“Ναι, συνέχισε.”, είπε η Blair ανακουφισμένη.

“Ένιωθα ότι πνιγόμουν. Το σχεδόν-διαζύγιο των γονιών μου, ο Eric και η μανία της μητέρας μου με τα πάρτι. Ήθελα να βγω να πάρω λίγο αέρα.”

“Και το Brooklyn ήταν η διέξοδος σου. Εκεί δεν θα σε έβρισκαν οι παπαράτσι.”, είπε η Blair.

“Ακριβώς. Περπατούσα για αρκετή ώρα ώσπου αποφάσισα να πάω να δω μια ταινία...”


Η Serena χασμουρήθηκε για ακόμη μια φορά. Το μόνο ενδιαφέρον της ταινίας ήταν ο ωραίος πρωταγωνιστής. ‘Φιλική υπενθύμιση  να μην κρίνω ποτέ μια ταινία από τον τίτλο της.’, σκέφτηκε η Serena. Είχε διαλέξει αυτή την ταινία βάση του τίτλου χωρίς να διαβάσει την υπόθεση. Χασμουρήθηκε ξανά.


“Μόνο εσύ, Serena. Μόνο εσύ.”, είπε η Blair διακόπτοντας την Serena.

“Βιαζόμουν, οκ; Και είπες ότι δεν θα με διακόψεις.”, είπε η Serena παίζοντας την εκνευρισμένη.

“Είπα ότι θα προσπαθήσω. Έχει διαφορά.”

“Απίστευτη. Που είχε μείνει τώρα;”, σκέφτηκε για λίγο και, “Ααα ναι... χασμουριόμουν κάθε τρία λεπτά ώσπου...”


“Δεν σ’ αρέσουν και τόσο οι κοινωνικές,ε;”, ρώτησε κάποιος από πίσω της.

“Προτιμώ τις κωμωδίες.”, απάντησε η Serena χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τον κάτοχο της νεανικής φωνής.

“Τότε τι κάνεις εδώ;”

“Εμμ... είπα... εεε... να δώσω μία ευκαιρία σε αυτό το είδος.”, είπε η Serena. Ντρεπόταν να πει ότι δεν είχε διαβάσει την υπόθεση.

“Αα!”, έκανε μια παύση και συνέχισε, “Είμαι ο Dan. Dan Humphrey.”. Τότε η Serena γύρισε και τον είδε. Πρέπει να ήταν γύρω στα 19. Είχε κοντά καστανά μαλλιά και μάτια στο ίδιο χρώμα. Ήταν γλυκούλης.

“Serena Va… Serena σκέτο.”. Φοβόταν να πει ποια είναι. Από εκεί απ’ όπου ερχόταν, αρκετές φορές την πλησίαζαν επειδή ήταν η κόρη των William και της Lily Van Der Woodsen. Άλλες πάλι επειδή ήταν ένα από τα πιο όμορφα κορίτσια του Upper East Side. Όλοι ήθελαν να κοιμηθούν μαζί της και τίποτα περισσότερο. Ήθελαν να λένε ότι η Serena Van Der Woodsen είχε περάσει από το κρεβάτι τους. Ήθελε, λοιπόν, για μια φορά στη ζωή της να είναι απλά η Serena. Ένα απλό κορίτσι.

“Χάρηκα για τη γνωριμία, Serena σκέτο.”, είπε γελώντας ο Dan.

“Επίσης.”, είπε η Serena χαμογελώντας και έδωσαν τα χέρια. Μετά από ένα τέταρτο ο Dan ξαναμίλησε,

“Θέλεις να φύγουμε από εδώ;”

“Να φύγουμε; Να πάμε που;”, ρώτησε μπερδεμένη η Serena.

“Δεν ξέρω. Να περπατήσουμε;!”

“Να περπατήσουμε; Μου ζητάς να φύγω με κάποιον που δεν ξέρω;”, ρώτησε ξανά η Serena.

“Έλαα. Δεν μπορεί να είμαι χειρότερος από αυτούς που ξέρεις.”, επέμεινε ο Dan. Είχε δίκιο αλλά δεν θα του έλεγε αμέσως ναι.

“Μπορεί και να έχεις δίκιο αλλά που ξέρω ότι δεν είσαι κανένας εγκληματίας;”

“Για να δούμε... είμαι ο Dan Humphrey, είμαι δεκαεννέα χρονών και ασχολούμαι με το γράψιμο. Ζω με τον πατέρα και την μικρή μου αδερφή σε ένα διαμέρισμα λίγα τετράγωνα παρακάτω. Το μοναδικό μου έγκλημα είναι που ζήτησα από μια όμορφη κοπέλα που μόλις γνώρισα να πάμε έναν απλό περίπατο.”, είπε με μια αναπνοή ο Dan. Όταν τελείωσε πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφύσυξε. Τη Serena την πήραν τα γέλια.

“WOW! Εντάξει λοιπόν. Πάμε.”, αποφάσισε η Serena. Σε τι θα έβλαπτε ένας περίπατος;


“Serena! Θα μπορούσε να ήταν κανένας σχιζοφρενείς. Το Brooklyn είναι επικίνδυνη γειτονιά.”, είπε η Blair.

“Ξέρω να ξεχωρίζω ένα ψυχοπαθή. Στο Upper East Side μεγάλωσα.”, ανταπάντησε η Serena.

“Χα. Αστείο.”

“Τέλος πάντων. Περπατούσαμε για αρκετή ώρα. Συζητούσαμε για διάφορα θέματα, τις ασχολίες μας, τα πράγματα που μας αρέσουν κλπ. Μετά από λίγο πείνασα...”


“Γνωρίζω μια πολύ καλή πιτσαρία ένα τετράγωνο πιο κάτω. Έχει την καλύτερη πίτσα που έχεις φάει ποτέ σου. Ο σεφ είναι από την Ιταλία.”, είπε ο Dan δείχνοντας προς την κατεύθυνση που ήταν η πιτσαρία.

“Λατρεύω την πίτσα.”

“Τι το συζητάμε τότε! Κερνάω εγώ.”, είπε ο Dan και ξεκίνησαν για την πιτσαρία. Η πίτσα ήταν όντως πεντανόστιμη. Θα ξαναερχόταν σίγουρα.

“Απ’ ότι βλέπω σου άρεσε.”, είπε ο Dan.

“Ήταν καταπληκτική.”, είπε η Serena και κοίταξε το κινητό της για την ώρα. Ήταν 21:40.

“Βιάζεσαι να φύγεις;”, ρώτησε ο Dan προσπαθώντας μάταια να κρύψει την ανησυχία του.

“Όχι, δηλαδή ναι. Πρέπει να είμαι σπίτι σε είκοσι λεπτά.”, απάντησε η Serena. Δεν ήθελε να φύγει. Ο Dan κοίταξε το ρολόι του και είπε,

“Να σε πάω τότε σπίτι σου.”

“Έχεις κάποιο μέσο;”, ρώτησε η Serena.

“Όχι. Θα πάρουμε ταξί, θα σε πάω σπίτι σου και...”


“Και αν ήθελες να ανέβαινε για κανένα ποτάκι.”, είπε η Blair διακόπτοντας ξανά την Serena.

“Και εγώ αυτό νόμιζα αλλά...”


“…και μετά το ίδιο ταξί θα με φέρει πάλι εδώ. Τι λες;”. Η Serena είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Για μια στιγμή νόμιζε ότι ήταν ίδιος με τους άλλους αλλά έκανε λάθος.

“Δεν θέλω να σε ταλαιπωρώ.”, απάντησε η Serena.

“Δεν το κάνεις. Τέτοια ώρα το Brooklyn είναι επικίνδυνο.”

“Ας κάνουμε το εξής. Θα με συνοδεύσεις μέχρι να βρω ταξί, θα με βάλεις μέσα και από εκεί θα πάρει ο καθένας τον δρόμο του.”, πρότεινε η Serena. Ένας ακόμα λόγος που δεν ήθελε να την πάει σπίτι της ήταν που θα έβλεπε ότι έμενε σε μία από τις πιο σικ γειτονιές της Νέας Υόρκης.

“Εντάξει. Δεν θα επιμείνω αλλά υπό έναν όρο.”

“Τι όρο;”

“Να μου δώσεις το τηλέφωνο σου.”, είπε ο Dan. Η Serena έκανε πως το σκέφτεται στην αρχή αλλά μετά του τον έδωσε.

“Το ξέρεις ότι δεν ήσουν υποχρεωμένη έτσι; Απλά αστειευόμουν.”, ρώτησε ο Dan.

“Το ξέρω. Γι’ αυτό στον έδωσα.”, απάντησε η Serena και ξεκίνησαν να βρουν ταξί. Όταν το βρήκαν, ο Dan της άνοιξε την πόρτα.

“Καληνύχτα.”, είπε η Serena.

“Καληνύχτα.”, είπε ο Dan και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Αυτό το ραντεβού δεν θα το ξεχνούσε εύκολα.


“Είχα να περάσω τόσο όμορφα εδώ και αρκετό καιρό. Ξέρω ότι μόλις τον γνώρισα αλλά νιώθω ότι δεν έχει καμιά σχέση με τα φλωράκια του Upper East Side.”, είπε η Serena και έδωσε μια σφιχτή αγκαλιά στην Blair. Η Blair ετοιμαζόταν να πει κάτι κακό. Απεχθανόταν αυτό το μέρος της Νέας Υόρκης και τους κατοίκους του. Τους θεωρούσε αλήτες και λαϊκούς  Μα όταν κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια της φίλης της, δεν μπόρεσε να το κάνει. Ήταν πραγματικά χαρούμενη. Έλαμπε.

“Ξέρεις ότι Brooklyn και Blair Waldorf δεν πάνε μαζί αλλά σε βλέπω τόσο ενθουσιασμένη που το μόνο που θα σου πω είναι να κάνεις αυτό που λέει η καρδιά σου. Απ’ ότι μου είπες δεν ακούγεται κακός.”

“Έχεις πυρετό;”, ρώτησε η Serena.

“Σοβαρά μιλάω. Αν εξαιρέσεις την καταγωγή του, σου φέρθηκε άψογα. Τώρα περιμένουμε τηλεφώνημα.”, απάντησε η Blair.

“Ναι αλλά αρκετά για μένα. Σειρά σου τώρα.”, είπε η Serena.

“Όπως σου είπα το πρωί, ήρθαν τα τσιράκια για να συμφωνήσουμε όλες μαζί μια τιμωρία για την Nelly.”, είπε η Blair.

“Που καταλήξατε;”, ρώτησε η Serena γεμάτη περιέργεια.

“Την συγχώρεσα. Έχει μείνει μόνο ένας μήνας μαθημάτων και είπα να της την χαρίσω αυτή τη τη φορά.”, απάντησε η Blair. Η αλήθεια ήταν ότι σήμερα το απόγευμα ένιωθε τόσο χάλια που δεν ήθελε να κάνει τους άλλους να νιώσουν το ίδιο.

“Απίστευτο.”, είπε η Serena γελώντας. Το χαμόγελο της Blair δεν έφτασε τα μάτια της. Η Serena το παρατήρησε αμέσως.

“Είσαι καλά; Μήπως έγινε κάτι μετά που γύρισες από το σχολείο;”, ρώτησε ανήσυχη.

“Μια χαρά είμαι.”, απάντησε η Blair αποφεύγοντας το βλέμμα της κολλητής της.

“Κοίτα με στα μάτια.”, επέμεινε η Serena και με το χέρι της σήκωσε ελαφρά το πηγούνι της Blair για να την κοιτάξει στα μάτια. Η Blair δεν άντεξε και έβαλε τα κλάματα.

“Τι είναι, κοριτσάκι μου; Το πρωί ήσουν μια χαρά. Τι συνέβει;”, ρώτησε η Serena αγκαλιάζοντας την Blair. Η Blair δεν μπορούσε να μιλήσει. Τι να πει; Γύρισα στο σπίτι και βρήκα τον πατέρα μου στο κρεβάτι με άλλο άτομο; Η Serena δεν ήθελε να την πιέσει. Θα μιλούσε όποτε ένιωθε έτοιμη. Ξάπλωσαν στο κρεβάτι της Blair και έμειναν έτσι όλο το βράδυ. Ποτέ δεν περίμεναν ότι μια μέρα που είχε ξεκινήσει τόσο καλά, θα τελείωνε τόσο άδοξα.



Rio de Janeiro, Brazil

Η ώρα ήταν πέντε τα ξημερώματα και οι δύο φίλοι ήταν στο δρόμο για την σουίτα τους. Όπως είχαν πει, γιόρτασαν τη φιλία τους πηγαίνοντας σε όλα τα μπαρ και κλαμπ της περιοχής.

“Φίλε, ξέγεις ποιο είναι το όνειγο μου;”, είπε ο Chuck έχοντας το δεξί του χέρι στους ώμους του Nate καθώς προχωρούσαν ζύγι ζάγα από το μεθύσι.

“Να αποκτηηήσεις χαγέμι.”, απάντησε ο Nate και ξέσπασαν σε γέλια.

“Χα. Τώγα που το λες, εν ακούγεται άχημο. Ένα χαγέμι. Ένα χαγέμι δίκο μου. Δελεαστικό αλλαααά όχι.”, είπε ο Chuck.

“Όχι;”, είπε ο Nate την ώρα που πήγαν να πέσουν πάνω σε ένα στύλο της ΔΕΗ. “Με στη μέση τους βάζουν αυτούς τους στύλους.”

“Θύμισε μου αύριο να κάνω μήνυση.”, συμπλήρωσε ο Chuck. Μετά από μια μικρή παύση ο Nate ξαναμίλησε,

“Τότε ποιο είναι το όνειγο του Chuck Bass;”

“Να εγωτευτώ. Να εγωτευτώ όπως εκείνη τη φορά, θυμάσαι;”, είπε ο Chuck.

“Αν θυμάμαι λέει. Εν σταματούσες να μιλάς για εκείνη.”

“Ααχχ. Ακόμα τη σκέφτομαι. Που να είναι; Τι να κάνει;”, είπε ο Chuck.

“Πγέπει να έχεις ζαλιστεί λίγο από το ποτό γιατί συνήθως δεν μιλά έτσι για γυναίκα.”

“Εκείνη είναι εξαίρεση. Και δεν είμαι ζαλισμένος εγώ.”

“Μμμ... ότι πεις. Να ου πω και το δικό μου όνειρο;”, ρώτησε ο Nate.

“Για πες.”, απάντησε ο Chuck. Εκείνη την ώρα είχαν φτάσει στο ξενοδοχείο και έμπαιναν στο ασανσέρ. Η σουίτα τους ήταν στον πέμπτο όροφο.

“Μια οικογένεια.”, είπε ο Nate. Μια δική του οικογένεια για να συμπληρώσει το κενό που είχε μέσα του.

“Εγώ εν είμαι οικογένεια σου;”, ρώτησε ο Chuck την ώρα που έμπαιναν στην σουίτα.

“Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Μια οικογένεια με πολλά παιδιά.”, εξήγησε ο Nate.

“Ααα! Χαααα... οκ λοιπόν, σου εύχομαι με όλη μου τη καδιά να πραγματοποιήσεις το όνειγο σου.”, είπε ο Chuck.

“Και εσύ το ίδιο.”, είπε ο Nate και αγκαλιάστηκαν.

“Σ’ αγαπώ, αδερφέ μου.”, είπε ο Chuck.

“Και εγώ σ’ αγαπώ. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα.”, είπε ο Nate και χωρίστηκαν. Καληνύχτισαν ο ένας τον άλλον και πήγε ο καθένας στο δωμάτιο του. Απόψε, μέσα στο μεθύσι τους, είχαν πει αλήθειες που νηφάλιοι δεν τολμούσαν ούτε να τις σκεφτούν. Τις συνέπειες αυτών θα τις αντιμετώπιζαν αύριο, τώρα το μόνο που ήθελαν να κάνουν ήταν να κοιμηθούν. Και αυτό έκαναν.



Upper East Side, Manhattan

Πολλοί λένε ότι μια καινούρια μέρα, είναι και μια νέα αρχή. Ότι πρέπει να αφήνεις πίσω σου όσα συνέβησαν χθες γιατί πλέον ανήκουν στο παρελθόν και το παρελθόν έπρεπε να μένει στο παρελθόν. Μήπως αυτό έπρεπε να κάνει η Blair; Να αφήσει πίσω της αυτό που είδε χθες; Η μοιχεία στις μέρες μας είχε γίνει κάτι το συνηθισμένο. Πολλά ανδρόγυνα και όχι μόνο, χώριζαν επειδή κάποιος από τους δύο ή και οι δύο είχαν βρει άλλους ερωτικούς συντρόφους. Ναι, ίσως να ήταν καλύτερα να άφηνε τα πράγματα ως έχουν.

‘Μας σας έλεγε ψέμματα.’, ψιθύρισε μια σιγανή φωνούλα μέσα στο κεφάλι της. Όντως. Τους έλεγε ψέμματα όλο αυτόν το καιρό. Όταν ο πατέρας της έφευγε και γύριζε μετά από δύο εβδομάδες, δήθεν για να ελέγξει το παράρτημα του Eleanor Waldorf Designs,  ζούσε εξωσυζυγικές περιπέτειες. Όσα είχε ακούσει σε εκείνο τον πρώτο καβγά, έβγαζαν τώρα νόημα. Ποτέ δεν έλειψε σε επαγγελματικό ταξίδι. Όσο η Blair έκλαιγε στην αγκαλιά της Dorota επειδή της έλειπε πολύ ο πατέρας της, εκείνος το διασκέδαζε. Μετά από εκείνη την ημέρα που η μητέρα της είχε μάθει από κάποιον ότι ο σύζυγος της την απατά, ο πατέρας της για αρκετό διάστημα ήταν σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Μετά από λίγο άρχισε να κάνει τα ίδια. Πάντα αυτό γινόταν και συνεχίζει να γίνεται. Ίσως τελικά το σωστό ήταν να μιλήσει. Να σταματήσει επιτέλους αυτή η κοροϊδία αλλά αυτό θα σήμαινε τη διάλυση της οικογένεια της. Τι έπρεπε να κάνει; Η επόμενη μέρα είχε έρθει αλλά η Blair ακόμα δεν είχε αποφασίσει. Ποτέ πριν δεν είχε χρειαστεί να πάρει μια τόσο σημαντική απόφαση. Μια απόφαση που σίγουρα οι συνέπειες της θα ήταν μεγάλες. Μιλούσε και η οικογένεια της θα διαλυόταν γιατί πλέον η Blair γνώριζε. Δεν μιλούσε και η κοροϊδία θα συνεχιζόταν. Μόνο που τότε θα συμμετείχε και εκείνη σε αυτό το θέατρο. Όχι. Δεν το ήθελε αυτό. Σιχαινόταν τα ψέματα και τα μυστικά. Θα μιλούσε. Σήμερα το απόγευμα επιτέλους θα έπεφταν οι μάσκες. Τις σκέψεις της διέκοψε η Serena που ξυπνούσε σιγά-σιγά. Τότε η Blair σηκώθηκε και άνοιξε τις κουρτίνες του παραθύρου της δίνοντας άδεια στο λαμπερό φως του ήλιου που κατευθείαν σκέπασε τη Serena.

“Καλημέρα!”, φώναξε η Blair.

“Κλείσε τις κουρτίνες.”, είπε η Serena προσπαθώντας μάταια να ανοίξει τα μάτια της.

“Για να ξανακοιμηθείς; Με τίποτα. Θέλω να πάω στην ώρα μου στο σχολείο.”

“Πέντε λεπτά ακόμα.”, παρακάλεσε η Serena.

“Ούτε ένα λεπτό.”, είπε η Blair και με έναν αναστεναγμό η Serena σηκώθηκε. Τέντωσε τα χέρια της και είπε,

“Είσαι καλύτερα;”

“Κάπως. Πήρα μια σημαντική απόφαση.”, είπε η Blair.

“Με τρομάζεις. Τι έχει συμβεί;”, ρώτησε η Serena. Η ανάγκη για περισσότερο ύπνο ξεχασμένη.

“Αύριο θα μάθεις. Τώρα απλώς θέλω να φάω ένα καλό πρωινό.”, απάντησε η Blair και ξεκίνησαν την πρωινή ρουτίνα. Σε λίγο ήρθε και η Dorota με την στολή της Blair.

“Δεσποινίς Serena! Κοιμηθήκατε εδώ;”

“Μας πήρε ο ύπνος βλέποντας μια ταινία.”, είπε η Serena μη θέλοντας να πει τον πραγματικό λόγο.

“Σήμερα το πρωινό θα είναι σαν μια μικρή γιορτή.”, είπε η Dorota χαμογελώντας.

“Γιατί το λες αυτό, Dorota;”, ρώτησε η Blair βγαίνοντας από το μπάνιο.

“Γιατί εκτός από την δεσποινίς Serena, θα πάρουν πρωινό οι γονείς σας και ένας άλλος επισκέπτης.”, απάντησε αναλυτικά η Dorota. Οι γονείς της έμειναν για πρωινό; Επισκέπτης; Θα έπρεπε τώρα να παίξουν την αγαπημένη οικογένεια. Η Blair θα έτρωγε το πρωινό της όσο πιο γρήγορα μπορούσε και θα έφευγαν με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να περάσουν από το σπίτι της Serena για την στολή της. Αν εξαιρέσεις την βιασύνη, έπρεπε όντως να πάνε για τη στολή.

“Μάλιστα.”, είπε η Blair και ξεκίνησαν για την τραπεζαρία. Όταν κατέβηκαν, κοίταξε τους γονείς της και μισοχαμογέλασε. Αυτόματα το βλέμμα της πήγε στον επισκέπτη. Πάγωσε. Δεν συνέβαινε αυτό. Μήπως κοιμόταν ακόμα και έβλεπε εφιάλτη; Άλλα ο πόνος που ένιωθε τώρα στο στήθος της ήταν πολύ αληθινός για είναι απλά ένα κακό όνειρο. Ακούμπησε τα χέρια της στην καρέκλα μπροστά της και είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε,

“Βλέπω έχουμε επισκέψεις. Ποιος είναι ο κύριος;”

“Blair, χαιρέτησε πρώτα. Μην είσαι αγενής.”, υπέδειξε η μητέρα της.

“Oh συγνώμη. Έχεις δίκιο μητέρα. Καλημέρα σας.”, είπε η Blair σαρκαστικά.

“Καλημέρα. Είμαι ο Roman. Καλός φίλος και δουλεύω ως φωτογράφος στον οίκο μόδας της μητέρας σου.”, είπε ο Roman και έδωσε το χέρι του στην Blair. Εκείνη δεν το πήρε.

“Αα ναι. Σας θυμήθηκα. Ερχόσασταν συχνά όταν ήμουν μικρή. Συνηθίζατε να μου φέρνεται γλυκά. Μετά εξαφανιστήκατε.”, είπε η Blair και έκατσε στο τραπέζι. Ακολούθησε η Serena.

“Εμ ναι. Η πολλή δουλειά βλέπεις...”

“Καταλαβαίνω απόλυτα. Και ο πατέρας μου έλειπε αρκετά εξαιτίας της δουλειάς του.”, τον διέκοψε η Blair.

“Νιώθεις καλά, μικρή μου;”, ρώτησε ο Harold.

“Μια χαρά, εσύ;”, απάντησε η Blair. Ο Harold πήγε να απαντήσει αλλά η μητέρα της τoν διέκοψε,

“Μπορείς να μου πεις τι έπαθες και έχεις αυτόν τον τόνο;”

“Συγχωρέστε την. Δεν κοιμήθηκε πολύ καλά.”, είπε η Serena.

“Γιατί δεν λες ότι δεν κοιμήθηκα καθόλου;”, είπε η Blair κοιτάζοντας την Serena. Μετά κοιτάζοντας πότε τους γονείς της και πότε τον Roman συνέχισε, “Και ξέρετε γιατί δεν κοιμήθηκα; Γιατί χθες αρρώστησε ένας καθηγητής και γύρισα νωρίτερα. Όταν μπήκα στο σπίτι άκουσα κάτι θορύβους. Ερχόταν από τον πάνω όροφο. Τους ακολούθησα και για μαντέψτε τι είδα;”

“Blair, δεν πάμε στο γραφείο μου λίγο; Κάτι σου συμβαίνει.”, είπε ο Harold ανήσυχος. Είχε καταλάβει που πήγαινε η κουβέντα.

“Harold, άστη να συνεχίσει. Τι θόρυβοι ήταν; Τι είδες; Με ανησυχείς.”, είπε η Eleanor.

“Τι είδα;”, ρώτησε η Blair παρατείνοντας την αγωνία.

“Πάμε στο γραφείο μου, σε παρακαλώ, αγάπη μου.”, επέμεινε ο Harold.

“Μίλα επιτέλους.”, είπε η Eleanor.

“Γιατί δεν προσπαθείτε να μαντέψετε; Τι θα μπορούσε να κάνει μια δεκαεφτάχρονη να χάσει τον ύπνο της;”, είπε η Blair. Η ένταση που υπήρχε στην τραπεζαρία μεγάλωνε σε κάθε λεπτό που περνούσε.

“Καλύτερα να πηγαίνω εγώ.”, είπε ο Roman.

“Δεν έχετε να πάτε πουθενά.”, είπε η Blair με επιθετικό τόνο.

“Blair! Ο Roman δεν φταίει σε τίποτα. Μίλα πιο ωραία.”, προειδοποιήσε η μητέρα της.

“Δεν φταίει σε τίποτα,ε;”, παύση, “Δεν τα ξέρεις όλα. Σου έκρυψαν το πιο σημαντικό.”, συνειδητοποίησε η Blair.

“Στο γραφείο μου, τώρα!”, φώναξε ο πατέρας της. Η Blair αγνοώντας το πατέρας της είπε,

“Λοιπόν μαμά, να σου συστήσω τον Roman. Τον εραστή του άνδρα σου. Νομίζω πως τώρα μπορείς να καταλάβεις τι είδα.”

Ησυχία. Αφού τελείωσε η Blair, κανείς δεν μίλησε, ούτε κουνήθηκε. Ο Roman είχε κάτω το κεφάλι, η Serena σοκαρισμένη, κοιτούσε την Blair καταλαβαίνοντας επιτέλους τι της συνέβαινε, η Eleanor είχε βάλει το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια της μη μπορώντας να πιστέψει το άτομο με το οποίο την απατούσε ο σύζυγός της. Με έναν φίλο, με έναν από τους υπαλλήλους της, με έναν άνδρα. Η Blair και ο Harold κοιτούσαν σιωπηλά ο ένας τον άλλον. Εκείνη του έδειχνε πόσο απογοητευμένη είναι και εκείνος της ζητούσε συγνώμη με το βλέμμα του. Ήταν αργά πλέον. Ο ήρωας της είχε πεθάνει. Δεν υπήρχε πια.

Μετά από πέντε λεπτά ησυχίας, η Eleanor σηκώθηκε από το τραπέζι, κοίταξε την Blair και είπε,

“Κανονίζω κάτι δουλειές που έχω και σε δύο εβδομάδες φεύγουμε. Θα πάμε στους γονείς μου.”



Rio de Janeiro, Brazil

Δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, καθισμένα σε κάτι ξαπλώστρες κάτω από το φως του ολοστρόγγυλου φεγγαριού, ετοιμαζόταν να παίξουν ένα παιχνίδι.

“Σα το μέλι είναι γλυκό
και σα τη σοκολάτα απολαυστικό.
Μα σα σε λάθος άτομο το δώσεις,
σε ακολουθούν οι τύψεις.”, είπε το κορίτσι.

Ήταν ένα παιχνίδι γρίφων. Το αγόρι αμέσως άρχισε να σκέφτεται. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον έλυνε. Δεν του άρεσε να χάνει. Μετά από μερικά λεπτά, ένα αθώο πονηρό, αν αυτό ήταν δυνατόν, χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του αγοριού. Σηκώθηκε από την θέση του και πλησίασε το κορίτσι που περίμενε υπομονετικά την απάντηση του. Γονάτισε μπροστά της και πλησίασε δειλά-δειλά το πρόσωπό της. Αφού είδε ότι το κορίτσι δεν κουνήθηκε ή δεν του είπε τίποτα, πλησίασε και άλλο με περισσότερο θάρρος αυτή τη φορά. Μπορούσαν να νιώσουν ο ένας την ανάσα του άλλου. Την κοίταξε στα μάτια σαν να έψαχνε να βρει μέσα σε αυτά κάποιο σημάδι φόβου, μα το μόνο που είδε ήταν αγωνία. Αυτή η αγωνία που νιώθουμε λίγα λεπτά πριν συμβεί κάτι το οποίο επιθυμούμε πολύ. Και τότε πίεσε απαλά τα χείλη του στα δικά της. Τη στιγμή που τα χείλη τους ακούμπησαν, ένα συναίσθημα ευφορίας τον κατέκλυσε  Εκατομμύρια πεταλούδες χόρευαν σε ξέφρενους ρυθμούς στο στομάχι του. Τι του συνέβαινε; Μήπως αρρώστησε; Μα δεν ένιωθε άρρωστος, το αντίθετο μάλιστα. Άραγε το κορίτσι να ένιωθε το ίδιο; Χόρευαν και στο δικό της στομάχι πεταλούδες; Θα τη ρωτούσε. Έπρεπε να μάθει αν ένιωθε μόνο εκείνος έτσι. Τα χείλη τους ήταν ακόμα ενωμένα όταν ξαφνικά η εικόνα άρχισε να εξαφανίζεται και την θέση της έπαιρνε μια μορφή. Τη μορφή ενός άνδρα. Τον κοιτούσε για αρκετή ώρα μέχρι που εκείνος άρχισε να γελά.


“Γη καλεί Chuck.”, είπε ο άνδρας που μετά από λίγα δευτερόλεπτα συνειδητοποίησε ότι ήταν ο Nate.

“Ελπίζω να μην σου γίνει συνήθεια να έρχεσαι να με ξυπνάς.”, είπε ο Chuck ακόμα ξαπλωμένος. Ο Nate στριφογυρίζοντας τα μάτια του είπε,

“Μπήκα απλά να πάρω το mp3 σου αλλά το θέαμα που είδα όταν μπήκα... δεν μ’ άφηνε να φύγω.”

“Ποιο θ...”, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την ερώτηση του. Συνειδητοποίησε ότι είχε πάρει ένα μαξιλάρι αγκαλιά και το φιλούσε. Το άφησε αμέσως.

“Τι όνειρο έβλεπες πάλι; Την εξαίρεση;”, τον πείραξε ο Nate.

“Ποια εξαίρεση; Τι λες;”, ρώτησε εκνευρισμένος ο Chuck και έκατσε καθιστός στο κρεβάτι.

“Την εξαίρεση. Που ακόμα σκέφτεσαι και αναρωτιέσαι που να είναι, τι να κάνει.”, είπε ο Nate μιμούμενος τη φωνή του κολλητού του. Ο Chuck σκέφτηκε λίγο πριν απαντήσει,

“Πότε θα μάθεις να μην δίνεις σημασία σε αυτά που λέω μεθυσμένος; Και για να σου φύγει η περιέργεια, όχι, δεν έβλεπα την εξαίρεση. Δεν θυμάμαι καν τι έβλεπα.”

“Ότι πεις, Charles.”, είπε ο Nate τονίζοντας το ‘Charles’ για τον πειράξει και έφυγε από το δωμάτιο. Ο Chuck σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο, όταν χτύπησε το κινητό του.

“Ναι;”

“Ο κύριος Charles Bass;”, ρώτησε μια ψιλή γυναικεία φωνή.

“Ο ίδιος.”

“Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι προχθές σηκώθηκαν αρκετά χρήματα από το λογαριασμό σας και για λόγους ασφαλείας τον μπλοκάραμε.”. Τι; Η τράπεζα μπλόκαρε το λογαριασμό; Όχι ο πατέρας του.

“Εγώ τα σήκωσα. Είμαι σε διακοπές.”

“Συγνώμη τότε αλλά πιστεύω να καταλαβαίνεται. Μόλις γυρίσετε, περάστε από εδώ για να υπογράψετε κάποια χαρτιά. Μέχρι τότε ο λογαριασμός σας θα είναι μπλοκαρισμένος. Συγνώμη και πάλι.”, είπε η υπάλληλος στο τηλέφωνο και το έκλεισε. Ο Chuck σοκαρισμένος φώναξε τον κολλητό του,

“Nate, δεν φαντάζεσαι τι έγινε.”



~-~-

*Δύο εβδομάδες μετά*

 Χρόνος. Για κάποιους περνάει γρήγορα, για κάποιους άλλους όχι και δεν είναι λίγοι αυτοί που θα ήθελαν να τον σταματήσουν. Η Blair Waldorf ήταν μία από αυτούς τους λίγους. Μετά το φιάσκο του πρωινού που όλη η αλήθεια βγήκε στην επιφάνεια, η μητέρα της είχε αποφασίσει να επισκεφτούν τους γονείς της. Κάθε παιδί όταν του λένε ότι θα πάει στους παππούδες του, χαίρεται. Όχι, όμως, η Blair. Ο παππούς και η γιαγιά της, από την μεριά της μητέρας της, έμεναν σε ένα πάρα πολύ μικρό νησί στην Ελλάδα. Μετακόμισαν εκεί πριν δέκα χρόνια όταν πήραν σύνταξη. Ήθελαν ηρεμία και αυτό το μικρό νησάκι τους φάνηκε τέλειο για να περάσουν την τελευταία φάση της ζωής τους. Η Blair δε μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της σε ένα τέτοιο μέρος. Το Manhattan μπορεί να ήταν και αυτό ένα μικρό νησί αλλά ήταν μία από τις πέντε πόλεις της Νέας Υόρκης. Είχε προσπαθήσει να αλλάξει γνώμη στη μητέρα της λέγοντας ότι δεν μπορούσε να χάσει μαθήματα τώρα που είχε μείνει μόνο ένας μήνας. Στην αρχή, η Eleanor ήταν ανένδοτη αλλά μετά βρήκαν μια μέση λύση. Θα πήγαιναν στην Ελλάδα, όπως είχε πει η μητέρα της αλλά θα γύριζαν για την περίοδο των εξετάσεων και μετά ξανά πάλι Ελλάδα. Όταν την ρώτησε τι θα έκανε με το πανεπιστήμιο, η Eleanor είπε απλά ότι έχουν χρόνο μέχρι τότε και δεν ήταν ανάγκη να πάρουν μια απόφαση τώρα. Έτσι η Blair βρέθηκε σε αδιέξοδο. Δεν είχε κλείσει τα δεκαοχτώ ακόμα και ήταν υποχρεωμένη να κάνει αυτό που έλεγε η μητέρα της αλλιώς θα ήταν αναγκασμένη να μείνει με το πατέρα της και αυτό ήταν κάτι που η Blair δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται. Δύο εβδομάδες μετά, βρίσκουν την Blair στο δρόμο για το αεροδρόμιο ελπίζοντας πως τελευταία στιγμή, η μητέρα της θα άλλαζε γνώμη.

 Όταν άκουσε ότι η κολλητή της θα πήγαινε στην άλλη άκρη του κόσμου, η Serena δεν το πίστεψε. Νόμιζε ότι ήταν μια απόφαση της στιγμής. Η Eleanor μόλις είχε μάθει ότι ο σύζυγος της την απατούσε με έναν άνδρα. Όσο όμως περνούσαν οι μέρες και εκείνη άρχισε τις διαδικασίες για το ταξίδι, κατάλαβε ότι μιλούσε σοβαρά. Ήλπιζε να μπορούσε να κάνει κάτι μα όταν πήγε να μιλήσει στην Eleanor, εκείνη την έδιωξε λέγοντας ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να ανακατεύεται στα θέματα της οικογένειας Waldorf. Δύο εβδομάδες μετά, βρίσκουν την Serena στο δρόμο για το αεροδρόμιο για να αποχαιρετήσει την κολλητή της. Τι; Αναρωτιέστε τι έγινε με το παιδί από το Brooklyn; Το ίδιο και η Serena. Ποτέ δεν της τηλεφώνησε.

Την ώρα που στην ζωή των κοριτσιών ήρθαν τα πάνω κάτω, σε μία άλλη χώρα δύο φίλοι περνούσαν την καλύτερη περίοδο της ζωής τους. Ο Bart δεν τους ξαναενόχλησε. Ελεύθεροι, ξέγνοιαστοι, μακριά από όλους. Τη μέρα έβλεπαν το Rio και το βράδυ πήγαιναν από κλαμπ σε κλαμπ. Ο Nate δεν αναφέρθηκε ξανά στο ‘κορίτσι-εξαίρεση’ και ήταν ευγνώμων που ο κολλητός του μάλλον δεν θυμόταν το δικό του όνειρο. Δύο εβδομάδες μετά, απομένουν μόνο λίγες ώρες για να πατήσουν το πόδι τους στην πόλη όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Κανείς τους δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σε λίγο η ζωή τους θα άλλαζε για πάντα. Ειδικά για δύο από αυτούς.



~-~-

“Σταμάτα να κουνάς το πόδι σου. Μου προκαλείς νευρικότητα.”, παραπονέθηκε ο Nate.

“Συγνώμη. Δεν κατάλαβα ότι το κουνούσα.”, απολογήθηκε ο Chuck. Ο Nate κοίταξε τον κολλητό του, τον έσφιξε από τους ώμους ταρακουνώντας τον λίγο και είπε θέλοντας να τον ηρεμήσει,

“Στην χειρότερη περίπτωση θα σε αποκληρώσει.”

“Και το βρίσκεις λίγο; Χωρίς τα λεφτά του πατέρα μου είμαι χαμένος.”

“Αυτό θέλει να νομίζεις. Ότι είσαι ανίκανος να τα βγάλεις πέρα μόνο σου.”

“Και δεν είμαι;”, ρώτησε ο Chuck απελπισμένος.

“Δεν έχεις προσπαθήσει ποτέ για να ξέρεις.”, απάντησε ο Nate.

“Ξέρεις πόσο το θέλω; Αλλά... δεν... δεν έχω τη δύναμη. Το θάρρος που απαιτείτε.”, είπε ο Chuck.

“Απλά δεν έχεις βρει κάποιο κίνητρο για να το κάνεις.”, είπε ο Nate και του έκλεισε το μάτι. Κίνητρο; Τι κίνητρο; Ότι ο πατέρας του ήταν ένας τύραννος δεν ήταν αρκετό; Αλλά ήταν ένας δειλός γι’ αυτό δεν έκανε κάτι.

“Πόση ώρα θέλουμε ακόμα;”, ρώτησε ο Nate βλέποντας ότι o Chuck  δεν απαντούσε.

“Ένα τέταρτο.”, απάντησε ο Chuck.

“Τέλεια.”, είπε ο Nate και γύρισε στο να ακούει μουσική. Ο Chuck πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να ηρεμήσει. Όλα θα πήγαιναν καλά.



~-~-

“Πως είπαμε ότι λέγεται το μέρος που πάμε;”, ρώτησε για εκατοστή φορά η Blair.

“Σύρος. Το νησί λέγεται Σύρος. Σ-Υ-Ρ-Ο-Σ.”, απάντησε εκνευρισμένα η Eleanor.

“Ουφ! Μέχρι και το όνομα είναι χάλια.”

“Είχες δύο επιλογές. Η’ θα έμενες με τον πατέρα σου ή με εμένα και διάλεξες να έρθεις να μαζί μου. Μη μιλάς τώρα.”

“Μα...”

“Δεν έχει ‘μα’. Μέχρι να κλείσεις τα δεκαοχτώ θα είσαι μαζί μου.”, παύση, “Σου έκανα τη χάρη και θα πάρουμε τη Dorota μαζί μας. Δείξε λίγο κατανόηση και εσύ.”, είπε η Eleanor με πιο ήρεμο τόνο αυτή τη φορά.

“Έχει δίκιο η μητέρα σου. Εξάλλου δεν είναι μόνιμο.”, είπε η Serena.

“Ακριβώς. Θέλω λίγο χρόνο για τον εαυτό μου, να αναθεωρήσω τα πάντα.”, συμφώνησε η Eleanor.

“Και μέχρι να αναθεωρήσεις τα πάντα εσύ, εγώ θα αργοπεθαίνω σε αυτή τη κουτσουλιά.”, είπε η Blair.

“Την ποια;”, ρώτησε η Serena προσπαθώντας να κρύψει το γέλιο της. Η κολλητή της έκανε σαν ένα πεντάχρονο κοριτσάκι.

“Κουτσουλιά. Την έχεις δει πως φαίνεται στον χάρτη;”, απάντησε η Blair.

“Όχι.”

“Επειδή δεν φαίνεται.”, είπε η Blair και ακούμπησε την πλάτη της πίσω στην καρέκλα που καθόταν.

“Δώσε της μια ευκαιρία, σε παρακαλώ. Ίσως να μην είναι τόσο χάλια όσο νομίζεις.”, είπε η Eleanor.

“Καμιά ευκαιρία.”

“Έχεις ακούσει τι λένε για την Σύρο; Λένε ότι εκεί η μεγαλύτερη σου επιθυμία μπορεί να γίνει να πραγματικότητα.”, είπε η Eleanor στην προσπάθεια της να ηρεμήσει λίγο την κόρη της.

“Δεν πιστεύω σε τέτοιους μύθους.”, είπε η Blair και πήγε να περιμένει την πτήση της μακριά από την Serena, την Dorota και την μητέρα της. Δεν άντεχε να τις ακούει άλλο.

Μετά από λίγη ώρα, ένα γκρουπ ανθρώπων έβγαινε από μια πύλη. Μόλις είχαν έρθει στην Νέα Υόρκη και εκείνη σε λίγο θα έφευγε... θα έφευγε από την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε για να πάει να μείνει σε μια κουτσουλιά, όπως την είχε αποκαλέσει πριν από λίγο. Χα. Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ, ότι η Blair Waldorf θα μετακόμιζε σε ένα τέτοιο μέρος. Δεν θα συγχωρούσε ποτέ τους γονείς της. Πως μπόρεσαν να της κάνουν κάτι τέτοιο; Στο άτομο που έλεγαν ότι αγαπούσαν όσο τίποτα άλλο στον κόσμο; Πως;

Συνέχισε να κοιτάει τον κόσμο όταν ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται και τη καρδιά της να χτυπά σε κάτι τρελούς ρυθμούς. Η αιτία ήταν ο νεαρός άνδρας που περνούσε τώρα από μπροστά της. Ψηλός με καστανά κοντά μαλλιά και απίστευτα όμορφος. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια  της από πάνω του. Ήλπιζε να την προσέξει αλλά όχι. Πως θα τη πρόσεχε άλλωστε; Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Ήταν ένα κοινό κορίτσι. Με αυτή τη σκέψη, κατάφερε να στρέψει την προσοχή της σε κάτι παιδάκια που μάλωναν για ένα γλειφιτζούρι.



~-~-

“Φτάσαμε, φίλε μου. Μύρισε το νεοϋορκέζικο αέρα.”, είπε ο Nate εισπνέοντας.

“Δεν είμαι και τόσο ενθουσιασμένος.”, είπε ο Chuck κοιτώντας πότε αριστερά και πότε δεξιά.

“Πάω για τις βαλίτσες. Περίμενε εδώ.”, είπε ο Nate αναστενάζοντας.

Όσο ο Chuck περίμενε το φίλο του, συνειδητοποίησε ότι κάτι του έλειπε. Κοίταξε το χέρι του και είδε ότι δεν φορούσε το δαχτυλίδι του. Ήταν ένα χρυσό δαχτυλίδι που στην κορυφή ήταν χαραγμένα τα αρχικά του, ‘CB’. Δεν το έβγαζε ποτέ. Ήταν το μοναδικό δώρο που του είχε κάνει ο πατέρας του.

“Nate, μήπως είδες το δαχτυλίδι μου;”, ρώτησε τον κολλητό του που ερχόταν με τις βαλίτσες.

“Το βρήκα στο κρεβάτι σου. Αν δεν ήσουν τόσο αγχωμένος για την επιστροφή μας, θα το έβλεπες. Ευτυχώς που πάντα κοιτάω να δω αν έμεινε κάτι ξεχασμένο.”, απάντησε ο Nate πιάνοντας το τσαντάκι του για να βγάλει το δαχτυλίδι. Την ώρα που πήγε να το δώσει στον Chuck, του φεύγει από τα χέρια και άρχισε να κυλάει.

“Όταν το πιάσω τα λέμε.”, είπε ο Chuck και έτρεξε να πιάσει το δαχτυλίδι. Εκείνο σταμάτησε μπροστά σε μια κοπέλα. Μια κοπέλα με πλούσια καστανόξανθα μαλλιά και σοκολατένια μάτια. Την κοίταξε και τον κοίταξε. Τη στιγμή που οι ματιές τους συναντήθηκαν, τον διαπέρασε ένα ρίγος. Ξεκινούσε από το στήθος του και απλωνόταν σε όλο του το σώμα. Εκείνη τη στιγμή ήθελε να κάνει μόνο ένα πράγμα. Και αυτό έκανε. Γονάτισε, έπιασε το δαχτυλίδι του με το αριστερό του χέρι και με το δεξή του, το χέρι της κοπέλας που τον κοιτούσε έκπληκτη και της είπε,


“Τι όμορφη που είστε, δεσποινίς μου. Θα μου κάνετε τη τιμή να γίνεται σύζυγος μου;”




English Version:
Chuck and Blair AU! Chuck is a bad boy from Upper East Side and Blair is a girl who moves from Upper East Side to.. an island! How will they meet? Will they fall in love? Can a tornado coexists with a volcano?

http://www.fanfiction.net/s/8379179/1/Tornado_n_Volcano

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου